Ελληνική ξυλογλυπτική και παράδοση
Ο ελληνικός λαός δεμένος με το φυσικό περιβάλλον που τον περιέβαλε, επεξεργάστηκε το ξύλο, που ήταν άφθονο γύρω του, προκειμένου να φτιάξει ξυλόγλυπτα, αντικείμενα καθημερινής χρήσης και εκκλησιαστικά έργα, με τα οποία διευκόλυνε και ομόρφαινε τη ζωή του ή εκδήλωνε την ορθόδοξη πίστη του.
Οι ρίζες της ξυλογλυπτικής στον τόπο μας φτάνουν ως την αρχαία μυθολογία. Τα πρώτα ελληνικά ξυλόγλυπτα έργα στην αρχαιότητα ήταν τα ξόανα, τα οποία παρίσταναν θεότητες ή ανθρώπινες μορφές λαξευμένες σε στρογγυλευμένα κομμάτια από κορμούς δέντρων ή σανίδες. Τα χαρακτηριστικά της τεχνοτροπίας των ξόανων ήταν οι γραμμικές παραστάσεις, η σχηματοποίηση των μορφών σε μεγάλα επίπεδα χωρίς λεπτομέρειες. Ξυλόγλυπτα ξόανα δεν σώζονται, λόγω της φθοράς που υφίσταται το ξύλο στο πέρασμα του χρόνου, αλλά υπάρχουν σχετικές παραστάσεις σε διάφορα αγγεία, που έχουν βρεθεί σε τόπους λατρείας[1]. Ο μυθικός Δαίδαλος, του οποίου το όνομα σημαίνει καταστόλιστος, περίτεχνος, πολύπλοκος, δεν ήταν μόνο αρχιτέκτονας αλλά και καινοτόμος ξυλογλύπτης. Στα χέρια του το άτεχνο και πρωτόγονο ξόανο ξέφυγε από την ακινησία και απέκτησε την ελεύθερη κίνηση. Αυτός απελευθέρωσε τα χέρια από το σώμα, ξεχώρισε τα πόδια μεταξύ τους και πρόσθεσε τα χαρακτηριστικά του ματιού, δίνοντας στο μικρό άγαλμα εκφραστικότητα. Ο Δούρειος Ίππος, μέσα από τις περιγραφές στην Ιλιάδα, καθώς και τα χρυσελαφάντινα αγάλματα, τα οποία ήταν ξυλόγλυπτα σκεπασμένα με φύλλα χρυσού και ελεφαντόδοντου, είναι γνωστά έργα στην αρχαία ελληνική ιστορία, που μαρτυρούν την ενασχόληση με την ξυλογλυπτική τέχνη[2].
Η λαϊκή ξυλογλυπτική μάς έδωσε πολύτιμα έργα, στα οποία μπορούμε να δούμε την πορεία της μεταβυζαντινής τέχνης, έτσι όπως εκφράζεται μέσα από την πηγαία καλλιτεχνική διάθεση και τον αυθορμητισμό επώνυμων και ανώνυμων λαϊκών τεχνιτών. Συγκρίνοντας κανείς την ανάπτυξη των τεχνών στον ελληνικό χώρο, διαπιστώνει ότι οι Έλληνες που ζούσαν σε περιοχές βενετοκρατούμενες, όπως στην Κρήτη και τα νησιά, ήταν προνομιούχοι, γι΄αυτό και καλλιέργησαν εύκολα τις τέχνες και τα γράμματα, σε αντίθεση με αυτούς που ζούσαν σε οθωμανικές περιοχές.
Η άνθηση της ξυλογλυπτικής ήταν ιδιαίτερα σημαντική κατά τη βυζαντινή εποχή, τότε που φιλοτεχνήθηκαν σημαντικά εκκλησιαστικά έργα (άμβωνες, εικονοστάσια, εικόνες, στασίδια, τέμπλα, μανουάλια) από τα οποία ελάχιστα διατηρήθηκαν μέχρι σήμερα, λόγω του φθαρτού υλικού τους[3]. Η βυζαντινή παράδοση στην ξυλογλυπτική συνεχίστηκε και στην περίοδο της οθωμανοκρατίας, όπως φαίνεται από τα ξυλόγλυπτα τέμπλα ναών και μοναστηριών, που διασώθηκαν κυρίως σε μονές του Αγίου Όρους. Στην Ελλάδα δημιουργήθηκαν τότε κέντρα που έβγαλαν περιζήτητους ταγιαδόρους ή ταλιαδόρους[4] (ξυλογλύπτες), οι οποίοι μετέβαιναν σε διάφορες ελληνικές πόλεις, σε βαλκανικές χώρες και στην Ευρώπη, όπου μπορεί να δει κανείς δικά τους έργα. Τέμπλα, εκκλησιαστικά έπιπλα, διακοσμήσεις εσωτερικές σπιτιών, έργα που βρίσκονται σε εκκλησίες και παλιά σπίτια σε διάφορες βαλκανικές χώρες, βγήκαν από τα χέρια κυρίως Ηπειρωτών ξυλογλυπτών[5]. Την εποχή αυτή η ξυλογλυπτική με τα τέμπλα και τα άλλα αντικείμενα των εκκλησιών πέρασε από τη χειροτεχνία στο χώρο της τέχνης. Οι πλανόδιοι καλλιτέχνες μαζί με τα σύνεργά τους μετέφεραν στους τόπους όπου μετέβαιναν, τις ίδιες τεχνικές και τους ίδιους κανόνες αισθητικής, γι΄ αυτό και η ξυλογλυπτική παρουσιάζει ενιαίο ύφος σε όλο τον ελληνικό χώρο[6].
Είναι γνωστή η παράδοση της Μετσοβίτικης ξυλογλυπτικής, από την οποία και διασώζονται ονόματα περίφημων ξυλογλυπτών. Τα ταξίδια πολλών φημισμένων ταγιαδόρων φανερώνουν την ακτινοβολία της Ηπειρωτικής τέχνης (17ος-18ος αι.) στον ελληνικό και βαλκανικό χώρο. Το άνθισμα της μετσοβίτικης λαϊκής τέχνης άρχισε μετά το 1659, με τα πολιτικά και εκκλησιαστικά προνόμια, που είχε αποσπάσει από την Πύλη ο αρχιτσέλιγκας Κύργος Φλόκας, τα οποία καθιστούσαν το Μέτσοβο ως αυτόνομη δημοκρατία[7].
Ο λαογράφος Βασίλης Πλάτανος, αναφέρει ότι η Μετσοβίτικη ξυλογλυπτική ξεκίνησε από τη βυζαντινή εποχή και συνεχίστηκε με μεράκι από το 17ο μέχρι και το 19ο αι.. Αναφέρει, επίσης, ότι τα ισνάφια[8] των Μετσοβιτών, ταξίδευαν στις πιο μακρινές πόλεις για να φιλοτεχνήσουν σπουδαία ξυλόγλυπτα έργα. Γι' αυτό πολλές ρουμανικές, βουλγαρικές και σερβικές εκκλησίες, έχουν να δείξουν αριστουργήματα ελληνικής εκκλησιαστικής ξυλογλυπτικής δουλεμένα από ταγιαδόρους του Μετσόβου και τα μαστοροχώρια της Ηπείρου[9]. Η ακτίνα δράσης των Ηπειρωτών ταγιαδόρων ορίζονταν με άγραφους κανόνες. Οι ταγιαδόροι της περιοχής της Κόνιτσας και των Τζουμέρκων εργάζονταν κατ’ αποκλειστικότητα στην Ήπειρο και την Αλβανία, οι Μετσοβίτες και οι Σαμαρινιώτες κατέβαιναν στη Θεσσαλία, ενώ όλοι ταξίδευαν στη Μικρά Ασία, τη Συρία και τη Ρουμανία. Οι Τουρνοβίτες ξυλογλύπτες της επαρχίας της Κόνιτσας, στόλιζαν εκκλησίες και αρχοντικά στην Πρέβεζα, τη Χιμάρα, τα Γιάννενα, το Μέτσοβο, τη Σαμαρίνα, την Καστοριά, τη Δυτική Μακεδονία, τη Θεσσαλία, τη Θράκη, σε πολλά νησιά αλλά και στη Βουλγαρία, τη Σερβία, τη Ρουμανία (Φιλιππούπολη, Στενήμαχος) και στη Μ. Ασία[10]. Από τον 18ο αιώνα και για δύο αιώνες ταξίδεψαν σε όλη την Ήπειρο, στη Βόρειο Ήπειρο, (Πρεμετή και Αργυρόκαστρο), στην Αιτωλοακαρνανία, στη Δυτική Μακεδονία, στη Θεσσαλία, στη Θράκη και σε πολλά νησιά. Η τέχνη τους μάλιστα ξεπέρασε τα όρια της Ελλάδας, αφού έργα τους υπάρχουν στη Βουλγαρία, στη Σερβία, στο Μοναστήρι (Μπιτόλια) των Σκοπίων και στη Ρουμανία (Φιλιππούπολη, Στενήμαχος)[11].
Παράλληλα, όμως, με τα ταξίδια τους και σε εκτός Ελλάδας περιοχές, επιδρούσαν στις τοπικές συνήθειες και δέχονταν επιδράσεις από τη Δύση και την Ανατολή. Όμως, τα νέα μοτίβα ή τις ολόκληρες συνθέσεις που προσλάμβαναντα προσάρμοζαν στα βυζαντινά θέματα, για να μην χαθεί το παραδοσιακό χρώμα, ενώ παράλληλα δημιουργούσαν και μια καινούρια παράδοση[12]. Οι καλλιτεχνικές ανταλλαγές με τη Δύση φαίνονται στις εισαγωγές ολόκληρων τέμπλων από τη Βιέννη, όπως της Παναγίας της Τσαριτσάνης. Σε άλλη περίπτωση ζητήθηκε από το Μετσοβίτη ταγιαδόρο Ιωάννη Πασκούλη να φιλοτεχνήσει τέμπλο κατά το σχέδιο της Βιέννης, δηλ, με την τεχνοτροπία μπαρόκ[13].
Τα ξυλόγλυπτα που δημιουργούσαν οι Ηπειρώτες ταγιαδόροι, προκαλούσαν το θαυμασμό των συντοπιτών τους, οι οποίοι μπροστά στο μεράκι της τέχνης αντικατέστησαν τα πραγματικά επώνυμα με εκείνα που χαρακτήριζαν την τέχνη τους, όπως συνέβη με τις οικογένειες των Ταλιαδόρων και των Σκαλιστάδων από το Τούρνοβο[14]. Ακόμη και σήμερα μπορεί κανείς να βρει απλούς ανθρώπους, οι οποίοι συνεχίζοντας την παράδοση, καλύπτουν καθημερινές ανάγκες, δίνοντας ταυτόχρονα και μια νέα πνοή στα πρωτότυπα έργα που δημιουργούν. Σε όλη την περιοχή της Ηπείρου υπάρχουν αρκετά εργαστήρια/εταιρείες, που παράγουν ποικίλα και όμορφα παραδοσιακά ξυλόγλυπτα[15].
Μετά τις αρχές του 19ου αι., τα ισνάφια των ταγιαδόρων άρχισαν να παρακμάζουν τουλάχιστον με τη μορφή που είχαν μέχρι τότε. Ο εμπορικές συναλλαγές με τη Δύση οδήγησαν πολλές από τις εγχώριες χειροτεχνίες σε παρακμή, η οποία όμως επηρέασε λιγότερο την ξυλογλυπτική, διότι οι προύχοντες και οι αγάδες, που ποτέ δεν έχασαν οικονομικά, καλούσαν φημισμένους ξυλογλύπτες να διακοσμήσουν τα σαράγια και τα αρχοντόσπιτά τους. Πολλοί πλούσιοι, επίσης πλήρωναν για να μνημονεύονται τα ονόματά τους, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο κοινωνικό κύρος. Επιπλέον, σε περιόδους πολιτικής και οικονομικής κρίσης η αναζήτηση εργασίας ανάγκαζε πολλούς ταγιαδόρους να συνεχίσουν να ταξιδεύουν σε άλλους τόπους. Οι ανεγέρσεις δηλ. και ανακαινίσεις ναών και επομένως και η ανάγκη διακόσμησής τους, δεν σταμάτησαν ποτέ, κάτι που φαίνεται από διατηρημένα περίφημα ξυλόγλυπτα έργα της περιόδου αυτής[16].
Αν και οι Ηπειρώτες ταγιαδόροι βρίσκονται στην κορυφή της λαϊκής δημιουργίας και με τις μετακινήσεις τους δημιούργησαν τις κατάλληλες συνθήκες, που βοήθησαν στην άνθηση τη ξυλογλυπτικής τέχνης[17] και σε άλλες περιοχές του ελληνικού χώρου ντόπιοι τεχνίτες έδωσαν αξιόλογα έργα.
Στην Τήνο όπου καλλιεργήθηκε η γλυπτική σε μάρμαρο καλλιεργήθηκε παράλληλα και η ξυλογλυπτική τέχνη. Πολλοί Τήνιοι ξυλογλύπτες ταξίδευαν σε πολιτείες της Μικράς Ασίας και της Βαλκανικής χερσονήσου, όπου παραμένοντας για πολλά χρόνια διακοσμούσαν ναούς με ξυλόγλυπτα. Γνωστό είναι το όνομα του ξυλογλύπτη Χαντζη-Νικολού Πρίντεζη από την Πάνορμο του οποίου η οικογένεια, διέπρεψε στην τέχνη της ξυλογλυπτικής τον 18ο αι.. Το 1808, όταν κάηκε ο Μητροπολιτικός ναός της Ιερουσαλήμ, λένε, ότι του ανατέθηκε η κατασκευή του κουβουκλίου του ναού της Αναστάσεως, το οποίο αποτελεί αριστοτέχνημα. Η οικογένεια του Χαντζη-Νικολού Πρίντεζη έχει αφήσει πολλούς απογόνους Πρίντεζη στην Τήνο, μεταξύ των οποίων είναι και ο Ιωάννης Πρίντεζης στη Σύρο. Το 19ο αι. ως σπουδαίος ξυλογλύπτης στους ταρσανάδες της Σύρου και της Κωνσταντινούπολης αναφέρεται ο Ιωάννης Κολλάρος ή Κουβαρντάς, από το χωριό Μπερναδάδου, ειδικός στα ακρόπρωρα. Ήταν αυτός που κλήθηκε από το νεότατο τότε Σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ, να του διδάξει την τέχνη της ξυλογλυπτικής. Αργότερα, όταν οι Τούρκοι άνοιξαν τεχνικές σχολές τον κάλεσαν εκ νέου να διδάξει την τέχνη στους εκπαιδευόμενους. Γνωστός καλλιτέχνης στο νησί είναι και ο Ιωάννης Πλατής, ου οποίου ξυλόγλυπτα βραβεύτηκαν σε παγκόσμιες εκθέσεις. Ως αριστοτέχνες ξυλογλύπτες αναφέρονται και οι Τήνιοι Γλύνης, Α. Σαμοθράκης, Αντ. Λεκός, Γ. Γεωργιάδης, Απέργης, των οποίων πολλά έργα διακόσμησαν ναούς της πρωτεύουσας και των επαρχιών[18].
Η παράδοση στην ξυλογλυπτική επικράτησε και στη Σκύρο[19] με μια μεγάλη ποικιλία σε φόρμες. Περιλαμβάνει έργα: εκκλησιαστικής ξυλογλυπτικής, ξυλοτεχνικής αρχιτεκτονικών κατασκευών στο εσωτερικό του σκυριανού σπιτιού, ξυλοτεχνικής οικοσυσκευών και επιπλοποιίας και μικροξυλογλυπτικής. Ο σπουδαιότερος και πιο γνωστός κλάδος των χειροποίητων δημιουργιών του νησιού είναι αυτός της ξυλοτεχνίας. Ο πλούτος των διακοσμητικών μοτίβων, καθώς και η ιδιαίτερη τεχνοτροπία του σκαλίσματος, κάνουν τα σκυριανά έπιπλα μοναδικά έργα τέχνης, τα οποία κοσμούν πολλά σαλόνια οικιών σε όλη την Ελλάδα.
Τα δείγματα ξυλογλυπτικής, που σώζονται στο νησί είναι κυρίως του 19ου αι. με εξαίρεση ορισμένες κασέλες, τέμπλα εκκλησιών και άλλα εκκλησιαστικά ξυλόγλυπτα, έπιπλα και σκεύη, (δεσποτικοί θρόνοι, μανουάλια, εικονοστάσια, βημόθυρα κ.α.), που είναι του 18ου , 17ου και πολύ λιγότερα του 16ου αι.. Παρόλο που απουσιάζουν παλαιότερα ξυλόγλυπτα έργα, πιθανολογείται ότι η τέχνη του ξύλου άκμαζε στο νησί και στους προηγούμενους αιώνες. Ένδειξη αποτελεί η αναφορά στους Κρεβατάδες από τη Σκύρο, ως ξυλουργών στην αυτοκρατορική αυλή του Βυζαντίου, τον καιρό του αυτοκράτορα Μανουήλ του Κομνηνού και η απόδοση τίτλου σ’ αυτούς για τα σχέδια των επίπλων που παρουσίασαν, προκειμένου να διακοσμηθεί χώρος υποδοχής των ανακτόρων. Πιθανόν, η ξυλουργική πλουτίστηκε και επηρεάστηκε αργότερα από Ηπειρώτες τεχνίτες (αρχές του 15ου αι.), διότι εγκαταστάθηκαν στο νησί αριστοκρατικές στρατιωτικές οικογένειες της Ηπείρου.
Χαρακτηριστικά έργα στο νησί, εκτός από τις κασέλες, είναι το τριπόδι και τα σκαμνιά, τα οποία, μέχρι και το τέλος του 19ου αι. τα έβρισκε κανείς μόνο σε οικίες της άρχουσας και αστικής τάξης, ενώ σήμερα είναι κοινής χρήσης. Γι’ αυτό πολλά από αυτά είναι νεότερα και οι κατασκευαστές είναι επώνυμοι και γνωστοί στους επιζώντες. Η αισθητική αξία των σκαμνιών, πέρα από τη φόρμα, βρίσκεται στο σκάλισμα και στα διακοσμητικά μοτίβα (λουλούδια, γλάστρες, πουλιά, ψάρια, βυζαντινά γεωμετρικά σχέδια). Μεταξύ των δύο ειδών σκαλίσματος που χρησιμοποιήθηκαν, του ολότελα ρηχού της παράδοσης της σκυριανής ξυλογλυπτικής και του βυζαντινού σε βάθος, από την περίοδο του μεσοπολέμου και πέρα, αναπτύχθηκε από τον Γιαννούλη Μπαμπούση-αγιογράφο, ζωγράφο και ξυλογλύπτη, η νεότερη σκυριανή ξυλογλυπτική· ένας ενδιάμεσος τύπος σκαλίσματος, κάτι μεταξύ σκυριανού και βυζαντινού, με σχέδια από τα ανάγλυφα βυζαντινών εκκλησιών, παλαιών συμβολικών εικόνων κ.ά., αλλά εμπλουτισμένα με το προσωπικό καλλιτεχνικό ύφος του δημιουργού.
Παλαιότερα τα σκυριανά έπιπλα γίνονταν από ξύλο συκαμίνου (μουριάς) ή από ξύλο καρυδιάς. Προτιμούνταν περισσότερο η μαύρη μουριά, διότι είναι ξύλο με μεγάλη αντοχή και με τον καιρό παίρνει ένα φυσικό δικό του μαύρο χρώμα. Σήμερα, επειδή τα ξύλα αυτά έχουν λιγοστέψει, μεταχειρίζονται κυρίως οξιά από το εμπόριο. Πολλοί λαϊκοί τεχνίτες[20], που χάθηκαν στο χρόνο, δημιούργησαν έργα, τα οποία αποτέλεσαν το έρεισμα για τη συνέχιση της τέχνης στη Σκύρο μέχρι σήμερα.
Ο τομέας της εκκλησιαστικής ξυλογλυπτικής στη Σκύρο, καλύπτει τα περίφημα τέμπλα, τους δεσποτικούς θρόνους, τα εικονοστάσια και τις άλλες σταθερές ή κινητές ξυλοκατασκευές, που υπάρχουν σε ορισμένες από τις παλαιές εκκλησίες του νησιού. Τα περισσότερα χαρακτηριστικά και αξιόλογα ξυλόγλυπτα έργα της μορφής αυτής βρίσκονται στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, στις εκκλησίες Αρχοντοπαναγιά ή Παναγιά του Τσελέπη, Λεμονήτρια, Χριστός του Μιγά, Αγία Άννα, Κυρά Ψωμού, Άγιο Ιωάννη στο Κόχυλα, Χριστός στην Καμάρα, Παναγιά του Θοδωρή και στο μοναστήρι Αγίου Δημητρίου. Στα τέμπλα εμφανίζονται δύο διαφορετικές τεχνοτροπίες, οι οποίες προσδιορίζονται από το βάθος του σκαλίσματος και τα διακοσμητικά τους μοτίβα. Ο χρόνος κατασκευής κυμαίνεται μεταξύ του 16ου και των αρχών του 19ου αι., ενώ παρουσιάζουν διαφορετικές τεχνοτροπίες ως προς το βάθος του σκαλίσματος και τα διακοσμητικά μοτίβα. Η τεχνική και αισθητική των τέμπλων (εκτός της εκκλησίας του Χριστού στην Καμάρα) δεν συνδέονται με τη γνωστή σύγχρονη σκυριανή ξυλογλυπτική. Το γεγονός επίσης ότι στο νησί δεν υπήρχαν ούτε υπάρχουν στα νεότερα χρόνια ντόπιοι σκαλιστές τέμπλων, οδηγεί στην άποψη πως τα ξυλόγλυπτα των σκυριανών εκκλησιών έγιναν από τεχνίτες άλλων περιοχών.
Ένας άλλος τομέας που γνωρίζει άνθηση στο νησί είναι η μικροξυλογλυπτική. Υπάρχουν λίγα παλαιότερα δείγματα αυτής της τέχνης, αλλά είναι λίγα (κυρίως του 19ου αι.) και δεν υπάρχουν γραπτές ή άλλες μαρτυρίες για την τέχνη σε προηγούμενες εποχές. Ωστόσο η πλούσια παράδοση στο νησί και ο μεγάλος αριθμός αυτών που ασχολούνται επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά με μικροξυλόγλυπτα, αποκαλύπτει ότι πρόκειται για τέχνη που προϋπήρχε. Μικροξυλόγυπτα αντικείμενα κατασκευάζονται από ερασιτέχνες της παράδοσης ή και από νεώτερους επαγγελματίες. Τα έργα ερασιτεχνικής μικροξυλογλυπτικής δημιουργούνται από Σκυριανούς χωρικούς καλλιτέχνες και κυρίως από τσοπάνηδες, με απλά εργαλεία (σουγιάς) και είναι: ρόκες, αδράχτια, σφοντύλια, κουτάλια, σφραγίδες, πλουμούδια, σαΐτες, σαϊτάκια, κ.ά.
Τα κουτάλια ανάλογα με το είδος και την αρχική τους χρήση χωρίζονται σε δυο κατηγορίες. Στην πρώτη ανήκουν αυτά της άρχουσας και της αστικής τάξης, τα οποία παλιότερα αποτελούσαν αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Έχουν μακριά λαβή διακοσμημένη με παραστάσεις πουλιών, δικέφαλων αετών και γεωμετρικών σχεδίων. Σήμερα έχουν τελετουργικό ή διακοσμητικό χαρακτήρα ανεξάρτητα από την ταξική θέση του κατόχου. Χρησιμοποιούνται κυρίως για μοίρασμα κολλύβων σε μνημόσυνα και σε πανηγύρια εκκλησιών ή μαζί με το λαήνι στο οποίο τοποθετούνται δημιουργούν με την ολοσκάλιστη λαβή τους, μια εντυπωσιακή διακοσμητική σύνθεση. Παλαιότερα δίνονταν και ως έπαθλα στους νικητές των αγώνων που γίνονταν στη γιορτή των Αγίων Αποστόλων. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν τα κουτάλια των χωρικών (μαντροχούλιαρα), αυτά δηλ. που χρησιμοποιούσαν Σκυριανοί χωρικοί με σκαλιστά γεωμετρικά σύμβολα στην πλατιά κοντή λαβή τους.
Οι σκαλισμένες σφραγίδες διακρίνονται στις: α) στις σφραγίδες για άρτους και τα πρόσφορα με τη συγκεκριμένη συμβολική παράσταση και τα μονογράμματα της χριστιανικής θρησκείας. Η διαφορά τους από αυτές άλλων περιοχών και του Αγίου Όρους είναι το λεπτότερο σκάλισμα β) σφραγίδες για τους άρτους συγκεκριμένης εκκλησίας, με σκαλισμένη τη μορφή τιμώμενου αγίου, γ) σφραγίδες διακοσμητικές με το δικέφαλο αετό για τα εορταστικά επτάζυμα, της Πρωτοχρονιάς κλπ., δ) πλουμούδια, μικρές σφραγίδες, για τη διακόσμηση των επτάζυμων με σχέδια διακοσμητικού παρά θρησκευτικού χαρακτήρα και σχήματα: στρογγυλά, αμυγδαλωτά, ρομβοειδή, τετράγωνα, αβγόσχημα.
Το μουσείο Μάνου Φαλτάιτς[21], το οποίο ιδρύθηκε το 1964 και βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του νησιού, φιλοξενεί το «Σκυριανό σπίτι» και αντικείμενα της παραδοσιακής και σύγχρονης λαϊκής τέχνης της Σκύρου, όπως κεντήματα, φορεσιές, κεραμικά, υφαντά, ξυλόγλυπτα, μικροξυλόγλυπτα, είδη μεταλλοτεχνίας, έπιπλα και σκεύη χρήσης του καθημερινού βίου των Σκυριανών. Στον εξωτερικό χώρο του μουσείου, με στόχο τη μελέτη του παραδοσιακού πολιτισμού του ευρύτερου Ελληνικού χώρου, έχουν συγκεντρωθεί αντικείμενα και εργαλεία αντιπροσωπευτικά της πρωτογενούς και δευτερογενούς παραδοσιακής οικονομίας από όλη την Ελλάδα. Τοποθετημένα όλα αυτά σε διαμορφωμένους χώρους, αποκαλύπτουν την εικόνα όλων των παραδοσιακών επαγγελμάτων και εργαστηρίων των ελληνικών τόπων. Στους χώρους αυτούς οργανώνονται προγράμματα κατάρτισης νέων πάνω σε θέματα σχετικά με το γνωστικό αντικείμενο του μουσείου.
Η παράδοση της ξυλογλυπτικής στο νησί συνεχίζεται και σήμερα με νεώτερους επαγγελματίες, που έχουν προστεθεί τα τελευταία χρόνια στους καλλιτέχνες της μικροξυλογλυπτικής και κατασκευάζουν μικρογραφίες αντικειμένων και με ελάχιστους επαγγελματίες επίπλων, μεταξύ των οποίων είναι οι: Λευτέρης Αυγοκλούρης, Γιάννης Τραχανάς, Γιάννης Αγγελής[22], οι οποίοι πωλούν τα έπιπλα στον τόπο τους.
Το νησί της Λέσβου[23], επίσης, είναι τόπος όπου η ξυλογλυπτική άρχισε να αναπτύσσεται το 1812, όταν τεχνίτες της Μικράς Ασίας (ή κατά άλλους της Ηπείρου) κατασκεύασαν το τέμπλο της Εκκλησίας της Παναγίας στην Αγιάσο. Έτσι, κληρονομήθηκε η τέχνη από ντόπιους, οι οποίοι τη μετέδωσαν σε επόμενους τεχνίτες, ώστε σήμερα να υπάρχουν μάστορες και καλλιτέχνες, που ασχολούνται με εξαιρετικές δημιουργίες σε ξύλο. Αρχικά, κατασκευάζονταν τέμπλα, εικονοστάσια, προσκυνητάρια κι άλλα περίτεχνα αντικείμενα εκκλησιαστικής χρήσης. Ωστόσο, φαίνεται ότι το 18ο και 19ο αι. στον τομέα της εκκλησιαστικής ξυλογλυπτικής ήταν περισσότερο γνωστοί και εξειδικευμένοι οι Χιώτες ξυλογλύπτες, οι οποίοι κατασκεύασαν πολλά ξυλόγλυπτα τέμπλα, παγκάρια και στασίδια, σε δικά τους εργαστήρια ή ακολουθώντας ομάδες μαστόρων, στις εκκλησίες της Λέσβου, καθώς και σε άλλες περιοχές, όπως στο Άγιο Όρος, στην Πόλη, κ.ά[24].
Στη συνέχεια η ξυλογλυπτική επεκτάθηκε στην οικιακή διακόσμηση στα λεγόμενα σαχνισίνια, στις οροφές, στις πόρτες, στις εσωτερικές σκάλες και στην επιπλοποιία. Ιδιαίτερα γνωστά είναι τα σεντούκια (κασέλες)[25] με ξυλόγλυπτη διακόσμηση παραδοσιακών λαϊκών μοτίβων από τη βυζαντινή παράδοση και τη φύση της Λέσβου (κυπαρίσσια, λουλούδια, αετοί, κ.ά.), στην πρόσθια όψη, τα οποία κοσμούν την παραδοσιακή αλλά και σύγχρονη οικία στη Λέσβο. Παλιά σεντούκια και εκκλησιαστικά ξυλόγλυπτα μπορεί να δει κανείς σε Λαογραφικά και Εκκλησιαστικά Μουσεία, στα εργαστήρια ξυλογλυπτικής και σε εκθέσεις, που υπάρχουν στο νησί.
Η άνθηση της τέχνης στο νησί εντοπίζεται στις αρχές του 19ου αι. Μετά από κάμψη που παρουσίασε στην αρχή του 20ού αι., αναβίωσε γύρω στο 1970, με τη στροφή που παρουσιάστηκε προς το κλασικό έπιπλο. Η Αγιάσος, ο Ασώματος και η Μυτιλήνη είναι οι κύριες περιοχές όπου συναντά κανείς τεχνίτες, αλλά και μαθητευόμενους νέους, που συνεχίζουν την παράδοση της τέχνης. Γνωστός καλλιτέχνης του ξύλου στην Αγιάσο είναι ο Δημήτρης Καμαρός, ο οποίος ξεκινώντας ως μαραγκός, αφοσιώθηκε στη συνέχεια στην ξυλογλυπτική, την οποία ασκεί στο εργαστήριό του στην Αγιάσο, χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη το ξύλο της Μυτιληνιάς καρυδιάς.
Στην Κρήτη η ξυλογλυπτική[26] συνδέεται κυρίως με την εκκλησιαστική τέχνη. Με την απελευθέρωση του νησιού από τον Ν. Φωκά, Β΄ βυζαντινή περίοδος, 961- 1204, πολλές οικογένειες βυζαντινών μετοίκησαν στην Κρήτη με αποτέλεσμα να δεχτούν οι Κρήτες πολιτισμικές επιρροές από το Βυζάντιο στη ναοδομία, την αγιογραφία και την εκκλησιαστική ξυλογλυπτική. Οι ξυλογλύπτες οργανωµένοι σε συντεχνίες διατηρούσαν εργαστήρια στις μεγάλες πόλεις της Κρήτης, όπου εκπαιδεύονταν και νεότεροι, συνήθωςµέλη της ίδιας οικογένειας. Αρχικά σκάλιζαν τέμπλα, εικονοστάσια, κηροπήγια και άλλα εκκλησιαστικά είδη, με παραστάσεις από τη βυζαντινή παράδοση (κλάδοι φυτών, κληματίδες με φύλλα και σταφύλια, διάφοροι καρποί, σταυροί, κίονες, πουλιά, φτερωτοί άγγελοι, σαλπιγγοφόρες φιγούρες, οφιοειδείς δράκοντες, κ.ά.), που στολίζουν ακόμα και σήμερα τους ναούς και τα μοναστήρια του νησιού.
Η πρώτη αναφορά στην ξυλογλυπτική στα Ενετικά αρχεία γίνεται σε έγγραφο του 1453 όπου φαίνεται ότι ο ξυλογλύπτης Νικόλας Μπαρµπαρύγος, ο οποίος διατηρούσε εργαστήριο στον Χάνδακα, ανέλαβε να κατασκευάσει µία Pala d’altare[27] για καθολικό ναό του Ναυπλίου. Τον 17ο αι. ο Χάνδακας[28] φαίνεται πως ήταν κέντρο παραγωγής εκκλησιαστικών ξυλόγλυπτωνγια ναούς και εκτός των ορίων της Κρήτης. Εδώ κατασκευάστηκαν µεγάλα τέµπλα για τους 31 ναούς του Σινά, των Ιεροσολύµων και του Αγίου Όρους, ενώ πολλά άλλα κόσμησαν ναούς στα νησιά της Ελλάδας, ιδιαίτερα στις Κυκλάδες και στα Δωδεκάνησα, στις παραδουνάβιες ηγεµονίες, στα Μικρασιατικά παράλια, στο Λιβόρνο και την Τεργέστη. Οι ξυλογλύπτες ή µαΐστορες, όπως αποκαλούνταν, συχνά ταξίδευαν στην Ιταλία και γνώριζαν νέα μοτίβα και μορφές ή εμπλούτιζαν τον κατάλογο των σχεδίων και από έργα, που εισάγονταν στο νησί για καθολικά µοναστήρια, δηµόσια κτήρια και οικίες ιδιωτών.
Μετά την άλωση του Χάνδακα το 1669 από τους Τούρκους, πολλοί µαΐστορες μετανάστευσαν στα Επτάνησα και δημιούργησαν εργαστήρια, στα οποία μαθήτευαν και ντόπιοι, με αποτέλεσμα την άνθηση της τέχνης στην περιοχή. Οι Κρητικοί ξυλογλύπτες μετακινούνταν και στα Δωδεκάνησα, επειδή ήταν σε κοντινή απόσταση με το νησί. Αυτοί πουμετακινούνταν στον ηπειρωτικό χώρο, ακόμα και στην Ήπειρο, όπου ανθούσε ιδιαίτερα η τέχνη, ακολούθησαν τους τοπικούς ρυθμούς κατασκευής. Κάποιοι συνέχισαν την καλλιτεχνική παραγωγή σε περιοχές του ελληνικού χώρου και κάποιοι στη Βενετία, όπου υπήρχε Ελληνική κοινότητα. Από τα εργαστήρια, που δημιουργήθηκαν στη Βενετία τον 18ο αι. είχαν σταλεί έργα τόσο στη Κρήτη όσο και στα Δωδεκάνησα[29].
Η ανάπτυξη της εκκλησιαστικής ξυλογλυπτικής παρατηρείται, κυρίως, μετά την υπογραφή της συμφωνίας Χάτι Χουμαγιούν του 1856, που οι Κρήτες ήταν ελεύθεροι να κτίζουν εκκλησίες και να ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Αξιόλογο εργαστήρι υπήρχε στα Χανιά, στο οποίο κατασκευάστηκαν τέμπλα για εκκλησίες και µοναστήρια της Πάτµου, αλλά και στο Μέσα Λασίθι (οροπέδιο Λασιθίου)[30] κατά την περίοδο 1850-1940. Μερικοί μιλούν για άτυπη Μέσα-Λασιθιώτικη Σχολή Ξυλογλυπτών, με πρωτομάστορα και δάσκαλο το νιταδώρο Ιωάννη Εμμ. Χαλάτση. Οι νιταδώροι του Λασιθίου, οργάνωσαν εργαστήρια και κατασκεύαζαν εκκλησιαστικά ξυλόγλυπτα, που αρκετά σώζονται μέχρι και σήμερα σε ναούς και μοναστήρια, σε χωριά του Οροπεδίου και στις γειτονικές επαρχίες Μεραμβέλλου, Ιεράπετρας, Πεδιάδας, Βιάννου, Σητείας, στο Ρέθυμνο και αλλού.
Οι νιταδώροι, εκτός από εκκλησιαστικά ξυλόγλυπτα, κατασκεύαζαν και αντικείμενα οικιακής χρήσης: καναπέδες, σεντούκια, κασέλες, τραπέζια με σκαλιστά πόδια, καρέκλες, σοφράδες, πιατοθήκες, κουταλοθήκες, κουτάλια, ξύλινες κούπες, βερνεγάδους (ξύλινες γαβάθες), αργαστήρια (αργαλειοί), ρόκες, σαΐτες για τον αργαλειό, ανέμες, τυλιγάδια, πόρτες με σκαλιστούς ταμπλάδες, βολόσυρους για αλώνισμα, ζυγούς για τη ζεύξη των βοδιών, άροτρα, κοντάκια για τσιφτέδες (για όπλα), μπαστούνια, πίπες, φελλούς (ξύλινα σανδάλια), λύρες κ.ά.
Σήμερα στο Οροπέδιο Λασιθίου, υπάρχει το Οικολογικό Παραδοσιακό Πάρκο «Λάσινθος»[31], στο οποίο ο επισκέπτης μπορεί να παρακολουθήσει από κοντά τον τρόπο με τον οποίο ένας καλλιτέχνης ξυλογλυπτικής δίνει μορφή στο ξύλο. Εργαστήρια-σχολές ξυλογλυπτικής υπάρχουν και σε άλλες περιοχές στην Κρήτη, όπως: η Σχολή Ξυλογλυπτικής του Κέντρου Νεότητας Ενορίας Αγίου Τίτου (Ηράκλειο) της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης, το εργαστήρι του ζωγράφου, γλύπτη και ξυλογλύπτη Γιώργου Ψαραδέλη στο Ηράκλειο[32]. Επίσης υπάρχουν τα εργαστήρια: του τέως Δήμου Καστελλίου Πεδιάδος και του Πανεπιστημίου Ηρακλείου με δάσκαλο τον ξυλογλύπτη Μανόλη Κυπράκη[33]. Στα Χανιά, επίσης, λειτουργεί εργαστήριο ξυλογλυπτικής από το Πρόγραμμα Επαγγελματικής Κατάρτισης - Φυσικής Αποκατάστασης και Κοινωνικής Ένταξης των ΑμΕΑ του Θεραπευτηρίου Χρονίων Παθήσεων Χανίων[34]. Ένας χώρος με ενδιαφέρον είναι το Μουσείο και Εργαστήριο Ξυλογλυπτικής στην Κρήτη, το οποίο βρίσκεται στους πρόποδες του Ψηλορείτη, στην Αξό Μυλοποτάμου (Ρέθυμνο). Πρόκειται για μόνιμη συλλογή του γλύπτη Γεωργίου Κουτάντου με έργα τέχνης φτιαγμένα με σφυρί και με σκαρπέλο[35].
Εκτός από τα οργανωμένα εργαστήρια υπάρχουν στην Κρήτη και κατασκευαστές μουσικών οργάνων, οικιακών και διακοσμητικών σκευών και άλλων μικροαντικειμένων. Οι τεχνίτες αυτοί είναι λίγοι και βρίσκονται κυρίως στην ύπαιθρο. Πολλοί από αυτούς είναι βοσκοί και κατασκευάζουν με ξύλο θιαμπόλια, λύρες, ρόκες, σφοντύλια, σαΐτες, τυλιγάδια, κουτάλια, κύπελα, πιάτα, στα οποία η διακόσμηση περιλαμβάνει όμορφα σκαλισμένα μοτίβα με γεωμετρικά σχέδια, ανθρώπινες μορφές, φίδια, πουλιά, σαύρες ή ακόμη και δράκοντες[36].
Η λαϊκή τέχνη αποτελεί σημαντικό τμήμα της ιστορίας και της παράδοσης της Κύπρου. Η άνθηση της εκκλησιαστικής ξυλογλυπτικής στο νησί χρονολογείται από τον 16ο αι., όταν καθιερώθηκε το ψηλό ξυλόγλυπτο τέμπλο. Η αισθητική των καλλιτεχνών φαίνεται στα διάφορα εκκλησιαστικά αντικείμενα και στα αντικείμενα κοσμικής ξυλογλυπτικής.
Στην κοσμική κυπριακή ξυλογλυπτική περιλαμβάνονται όλα τα ξυλόγλυπτα είδη επίπλων, που χρησιμοποιήθηκαν από τους ανθρώπους των πόλεων, όπως επιζωγραφισμένα ράφια, κονσόλες, ερμάρια, τραπέζια, καρέκλες, σεντούκια, καρκόλες, καθρέφτες, κ.ά., τα οποία ποικίλουν σε πλούτο μοτίβων και συνθέσεων και σε ποιότητα υλικών, ανάλογα με την κοινωνική τάξη του ιδιοκτήτη και ανάλογα με την περιοχή. Τα μοτίβα (εκκλησίες, γλάστρες με λουλούδια, λιοντάρια, δικέφαλοι αετοί, κλάδοι αμπέλου, σταυροί και εξάλφες), προέρχονται από το θεματολόγιο της βυζαντινής τέχνης, της τέχνης της Δύσης και της Ανατολής. Τα βασικά σύμβολα στην κυπριακή ξυλογλυπτική είναι τα πουλιά (σύμβολο αγάπης και έρωτα), το λιοντάρι (σύμβολο δύναμης), ο σταυρός (σύμβολο του καλού), τα κυπαρίσσια (σύμβολο της αθανασίας), οι μαργαρίτες και οι ροζέττες (σύμβολο του κύκλου της ζωής). Το ξύλο χρησιμοποιείται επίσης και για την κατασκευή γεωργικών και οικιακών εργαλείων, όπως άροτρα, βουκάνες, γουδιά, ζυγοί, σκάφες, φουρνόφτυαρα, αργαλειοί, κ.ά.
Η ξυλογλυπτική στην Κύπρο μέχρι τα μέσα του 20ού αι. περιορίστηκε σε μερικές αγροτικές περιοχές. Μεμονωμένοι ξυλογλύπτες βρίσκονταν σε χωριά της Κερύνειας, της Καρπασίας, της Μεσαορίας, της Αμμοχώστου, της Μόρφου και της Τηλλυρίας. Μετά τα γεγονότα του 1974 τα περισσότερα κέντρα κατασκευής χάθηκαν, τα σπίτια λεηλατήθηκαν και η τύχη πολλών οικογενειακών κειμηλίων είναι άγνωστη. Η τέχνη όμως παρέμεινε στα χέρια έμπειρων τεχνητών. Η ανάγκη προστασίας των αντικειμένων της κυπριακής λαϊκής τέχνης, που κατασκευάστηκαν κατά το 19ο και 20ό αι., οδήγησε στην ίδρυση του μουσείου Λαϊκής Τέχνης στη Λευκωσία από την Εταιρία Κυπριακών Σπουδών το 1950. Η επιθυμία διατήρησης της αυθεντικότητας και της πρωτοτυπίας των παραδοσιακών κυπριακών χειροτεχνημάτων οδήγησε στη συνέχεια στην ίδρυση του Κέντρου Κυπριακής Χειροτεχνίας. Εδώ στεγάζεται η Υπηρεσία Κυπριακής Χειροτεχνίας του Υπουργείου Εμπορίου-Βιομηχανίας και Τουρισμού, η οποία έχει δημιουργήσει ένα κέντρο έρευνας, παραγωγής και εκπαίδευσης νέων δημιουργών, με στόχο την αναβίωση της παραδοσιακής κυπριακής λαϊκής τέχνης και τη σταδιακή ανάπτυξή της σε σύγχρονη χειροτεχνία[37].
Στην περιοχή της Μακεδονίας υπάρχουν χώροι μέσα από τους οποίους αναδεικνύεται η συνέχεια της βυζαντινής τέχνης με σημαντικό παράδειγμα τα μνημεία της Θεσσαλονίκης[38], η οποία ήταν κέντρο της Μακεδονίας και δεύτερη πόλη της αυτοκρατορίας μετά την Κωνσταντινούπολη, κυρίως μετά τον 7ο αι. Τα μνημεία και τα κινητά έργα κάθε ιστορικής περιόδου, που συναντώνται στη Μακεδονία, προσφέρουν με την ποικιλία και την ποιότητά τους πολύτιμες μαρτυρίες για την εξέλιξη της βυζαντινής τέχνης[39].
Τον 18ο αι. η οικονομική βελτίωση του χριστιανικού πληθυσμού, ευνόησε την ανέγερση εκκλησιών σε πολλές μακεδονικές πόλεις και στην ύπαιθρο. Η αρχιτεκτονική των ναών, σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο, δεν έπρεπε να είναι σπουδαιότερη των τζαμιών. Στην εσωτερική, όμως, διακόσμηση και κυρίως στην ξυλόγλυπτη, οι τεχνίτες είχαν τη δυνατότητα να αναδείξουν τις καλλιτεχνικές τους δυνατότητες, συνδυάζοντας συχνά την ανατολική με τη δυτική καλαισθησία[40]. Σημαντικές καλλιτεχνικές δημιουργίες ταγιαδόρων της δυτικής Μακεδονίας, της Ηπείρου, του Πηλίου, που σώζονται σε διάφορες περιοχές, αποτελούν τεκμήρια της σημαντικής πορείας της εκκλησιαστικής ξυλογλυπτικής στο μακεδονικό χώρο από τον 17ο ως τον 19ο αι.
Η εξέλιξη των τέμπλων στη Μακεδονία ακολούθησε την πορεία αυτών της υπόλοιπης Ελλάδας. Τον 16ο αι. επικράτησε το χαμηλό ανάγλυφο, τον 17ο αι. έγινε βαθύτερο για να καταλήξει το 18ο αι. στο σχεδόν ολόγλυφο διάτρητο επιχρυσωμένο διάκοσμο[41]. Το παλαιότερο γνωστό βρίσκεται στον ιερό ναό Αγίου Νικολάου (1591) στο Βελβενδό Κοζάνης. Ναοί με ξυλόγλυπτα εξαιρετικής τέχνης υπάρχουν σε όλες τις μακεδονικές πόλεις και στην επαρχία: της Υπαπαντής, της Λαοδηγήτριας ή της Θεοτόκου Ζωοδόχου Πηγής στη Θεσσαλονίκη, ο ναός Αγίας Τριάδας Κοζάνης[42], οι ναοί του Αγίου Δημητρίου και της Κοίμησης Θεοτόκου (1804) στο Βελβενδό Κοζάνης[43], του Αγ. Νικολάου Δραγωτά και του Αγ. Ιωάννου Προδρόμου στην Καστοριά[44], της ιεράς Μονής Ευαγγελίστριας στο χωριό Παλιουριά Γερβενών[45].
Στην ποιμενική ξυλογλυπτική, οι κατασκευές είναι απλές πελεκητές: πινακωτές, πλαστήρια, σκαφίδια, κ.ά. ή σκαλιστές: ρόκες, σφοντύλια, γκλίτσες, κούπες, κ.ά., με παραστάσεις πρωτόγονες μορφές ή σύμβολα[46].
Σημαντικό ρόλο στη διάδοση της ξυλογλυπτικής, κατά την περίοδο της οθωμανοκρατίας, είχαν τα μεγάλα μοναστικά κέντρα της ορθοδοξίας, όπως το Άγιο Όρος, τα Μετέωρα, η Μονή της Αγίας Αναστασίας ή της Ζάβορδας, του Οσίου Νικάνορα στην Κοζάνη, καθώς και πολλά άλλα εξωελλαδικά μοναστήρια (π.χ. στην Παλαιστίνη). Τα μοναστικά αυτά κέντρα αποτέλεσαν σημαντικές εστίες καλλιτεχνικής δραστηριότητας και έναν αποφασιστικό συντελεστή για την ακτινοβολία της ελληνικής τέχνης στα ορθόδοξα Βαλκάνια και στην Εγγύς Ανατολή. Οι μετακινήσεις τεχνιτών συνετέλεσαν στη βαθμιαία δημιουργία μιας ενότητας στην καλαισθησία των Ελλήνων και κατ’ επέκταση όλων των ορθόδοξων γειτονικών λαών, ώστε να μπορούμε να μιλούμε για γενικά χαρακτηριστικά της τέχνης της ορθοδοξίας στην εποχή αυτή[47].
Στο Άγιο Όρος η ξυλογλυπτική άρχισε να καλλιεργείται συστηματικά τον 18ο αι. Με πιθανή την επίδραση των ομόδοξων ρωσικών μοναστηριών δημιουργήθηκε εκεί και σχολή ξυλογλυπτικής. Στα εργαστήρια οι μοναχοί φιλοτεχνούσαν εικόνες βυζαντινής τέχνης και εκκλησιαστικά ξυλόγλυπτα (τέμπλα, αναλόγια, προσκυνητάρια) με ένθετη διακόσμηση από φίλντισι. Ιδιαίτερη ανάπτυξη γνώρισε και η μικροξυλογλυπτική. Παράδειγμα αποτελεί η Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, όπου ο μοναχός Ιωάσαφ από την Καισαρεία ίδρυσε εργαστήριο ζωγραφικής και ξυλογλυπτικής. Τα έργα στα 1900 τιμήθηκαν από τον Σουτάν Χαμίτ με χρυσό μετάλλιο των ωραίων τεχνών. Μια ακόμα απόδειξη του υψηλού επιπέδου της ξυλογλυπτικής του Αγίου Όρους είναι ότι στα 1843, μετά την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους, στο Σχολείο Τεχνών που ιδρύθηκε, δίδαξε την εκκλησιαστική ξυλογλυπτική (1865) ο καλόγερος Αγαθάγγελος Τριαντάφυλλος[48], ο οποίος είχε υπηρετήσει στη σχολή ξυλογλυπτικής του Αγίου Όρους.
Η τέχνη ασκείται και σήμερα από μοναχούς που διαβιούν κυρίως σε εξαρτήματα των Μονών (κελλιά, σκητιωτικές καλύβες) και λιγότερο στα οργανωμένα μοναστήρια. Δείγματα λεπτής ξυλογλυπτικής τέχνης είναι σταυροί μικρών διαστάσεων με πολυπρόσωπες παραστάσεις από το Δωδεκάορτο των δεσποτικών εορτών, τέμπλα επίσης με πολλές παραστάσεις, όπως της μονής Κουτλουμουσίου, το οποίο κατασκεύαζαν δύο μοναχοί εργαζόμενοι επί πολλά χρόνια, αναλόγια, στασίδια, εικονοστάσια, δεσποτικοί θρόνοι. Ο περιηγητής Ιωάννης Κομνηνός, λίγα χρόνια πριν το 1700, αναφερόμενος στα έργα των ασκητών μοναχών της Σκήτης της Αγίας Άννης σημειώνει: « (…) άλλοι μεν σκάπτουσιν εγκόλπια και σταυρούς, έτεροι δε ποιούσι χουλιάρια (κουτάλια)». Στη συλλογή της Μονής Μεγίστης Λαύρας, φυλάσσονται εικόνες με πολυπρόσωπες παραστάσεις,έργα μοναδικής καλλιτεχνικής αξίας που σκαλίστηκαν από μικροξυλογλύπτες μοναχούς[49].
Τα Ελληνικά Ταχυδρομεία στην Α' σειρά γραμματοσήμων του 2009, η οποία είχε τον τίτλο « Άγιον Όρος Άθω - Καθημερινή λατρευτική ζωή Α'» σε ένα από τα γραμματόσημα της σειράς παρουσιάζουν από το φωτογραφικό αρχείο της Ι. Μ. Σίμωνος Πέτρας το μοναχό Γέροντα Ιερόθεο Καυσοκαλυβίτη, να ασκεί την ξυλογλυπτική τέχνη, κατά τη δεκαετία του 1960[50].
Αξιόλογα είναι και τα έργα ξυλογλυπτικής που σώζονται στη Μονή Βατοπαιδίου. Εκτός από τα αντικείμενα μικρογλυπτικής υπάρχουν μεγάλες ξύλινες κατασκευές, οι οποίες συμπληρώνουν την εικόνα της συγκεκριμένης τέχνης κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο. Η ανάπτυξη όμως της ξυλογλυπτικής στη διακόσμηση του εσωτερικού των εκκλησιών συνδέεται άμεσα με τη χρήση ξύλινων εικονοστασίων στη θέση των μαρμάρινων, μεταβολή που άρχισε τον 14ο αι. και γενικεύθηκε κατά την οθωμανοκρατία. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που το καθολικό και τα παρεκκλήσια της Μονής διαθέτουν περίτεχνα τέμπλα, τα οποία χρονολογούνται από τον 17ο ως τις αρχές του 19ου αι.[51].
Στη Μακεδονία, στην Ήπειρο, στη Θεσσαλία κοσμικά έργα διακόσμησαν τα αρχοντικά σπίτια, κυρίως με σταθερά ξυλόγλυπτα: ταβάνια, πόρτες, κάγκελα, ενώ κατά περιοχές επιπλώνονταν και με κασέλες, μουσάντρες, σοφράδες, σκαμνάκια και άλλα μικροέπιπλα. Αυτή η αναγέννηση, που παρατηρήθηκε από τον 18ο αι. ευνοήθηκε από τους απόδημους Έλληνες, που λόγω της εμπορικής δραστηριότητας που ανέπτυξαν, απέκτησαν την οικονομική ευχέρεια να κατασκευάσουν ένα αρχοντικό, που θα μαρτυρούσε τα πλούτη τους.
Πόλεις όπως η Καστοριά, η Σιάτιστα, η Βέροια αποτελούν τόπους όπου έχει διασωθεί ένα μέρος της ανθρώπινης δραστηριότητας, όπως είναι η κατοικία. Τα αρχοντικά της Μακεδονίας[52], κυρίως της δυτικής, μαζί με αυτά της Ηπείρου και της Θεσσαλίας (Πήλιο, Ραψάνη, Αμπελάκια), ακολουθούν τη λαϊκή αρχιτεκτονική της μακεδονικής τέχνης, με επιδράσεις ανατολικής προέλευσης. Ο μεγαλύτερος χώρος των αρχοντικών περιλαμβάνει οντάδες, χώρους δηλαδή άνετους κατά το πρότυπο της ανατολικής διαβίωσης.
Όλα τα αρχοντικά στη Βόρεια Ελλάδα ακολουθούν το ίδιο πρότυπο. Τα διάφορα στυλ επίπλων (τραπέζια, καρέκλες, κρεβάτια, κ.ά.), που υπήρχαν στην ευρωπαϊκή κατοικία απουσιάζουν από αυτά. Το μόνο ξύλινο αντικείμενο με διακόσμηση είναι η κασέλα για την προίκα του κοριτσιού. Έπιπλα που συναντάμε είναι οι νταμπλαδωτές εντοιχισμένες ντουλάπες (μουσάντρες ή μεσάντρες).
Εκείνο που εντυπωσιάζει είναι ο περίτεχνος ξυλόγλυπτος διάκοσμος, ο οποίος αναδεικνύει και τον πλούτο των ιδιοκτητών. Στρογγυλά ή οκταγωνικά γεωμετρικά σχέδια, σε συνδυασμό με ζωγραφική, κοσμούν την οροφή των χώρων υποδοχής των αρχοντικών. Οι ξύλινες επενδύσεις (φαρσώματα) και οι μουσάντρες, είναι διακοσμημένες με φυτομορφικό γλυπτό ή και ζωγραφικό διάκοσμο. Σε όλες αυτές τις διακοσμήσεις είναι εμφανείς οι επιδράσεις του ρυθμού μπαρόκ (από τον 18ο αι.), αλλά παράλληλα και η καλλιτεχνική παράδοση, που φορείς της ήταν πάντοτε οι ανώνυμοι λαϊκοί καλλιτέχνες των διαφόρων οικοδομικών συντεχνιών[53].
Σήμερα σε περιοχές της Μακεδονίας υπάρχουν εργαστήρια ξυλογλυπτικής, τα οποία με σύγχρονα μέσα και σε λιγότερο χρόνο, μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες που δημιουργεί η διακόσμηση ναών και οικιών. Παρόλα αυτά η παράδοση του χειροποίητου ξυλόγλυπτου δεν έχει παραμεριστεί. Αυτοδίδακτοι[54], ανώνυμοι ή επώνυμοι τεχνίτες σκαλίζουν το ξύλο, δημιουργώντας έργα διακόσμησης ή και χρήσης.
Σημαντική, από τις αρχές του 18ου αι., ήταν η ανάπτυξη της ξυλογλυπτικής και στο Θεσσαλικό χώρο[55]. Το παλαιότερο χρονολογημένο έργο είναι το τέμπλο του ιερού ναού Αγίου Αθανασίου στη Μακρυνίτσα (1729)[56], του Πηλίου. Κατά τον 18ο και 19ο αι. το Πήλιο αποτελούσε ένα από τα μεγάλα κέντρα ξυλογλυπτικής του ελληνικού χώρου. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της εποχής αποτελεί το ξυλόγλυπτο τέμπλο της Αγίας Μαρίνας στον Κισσό (1871), το οποίο είναι επιχρυσωμένο και με σύνθεση μπαρόκ[57].
Η εκκλησιαστική ξυλογλυπτική αναπτύχθηκε στο Πήλιο με την άφιξη μαστόρων από την Ήπειρο. Εκτός από Ηπειρώτες και ντόπιους, δούλευαν στην περιοχή και ταγιαδόροι από άλλες περιοχές. Στα 1734, ο Κομνενάκης, Κρητικός, με βοηθούς τον Παναγιώτη από το Γαλατά και τον Λογίζο από την Κύπρο, σκάλισαν το τέμπλο του μοναστηριού των Ταξιαρχών, μεταξύ Ζαγοράς και Χορευτού[58]. Οι ταγιαδόροι απλώνονταν σε όλες τις θεσσαλικές περιοχές, δημιουργώντας αξιόλογα εκκλησιαστικά ξυλόγλυπτα, όπως αυτά στο ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία (τέμπλο) και στο ναό του Αγίου Γεωργίου (τέμπλο επιχρυσωμένο ξυλόγλυπτο και επιχρυσωμένο ξυλόγλυπτο Χορό των Αποστόλων) στα Αμπελάκια[59].
Η κοσμική ξυλογλυπτική αναδεικνύεται στα αρχοντικά της περιοχής που έχουν σωθεί. Ταβάνια με σκαλιστά γεωμετρικά σχέδια, σκαλιστές κασέλες και πόρτες, σκάλες, συνήθως αποτελούν τον κυρίαρχο διάκοσμο του εσωτερικού χώρου των αρχοντικών σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα. Γνωστά αρχοντικά είναι του Γεωργίου Σβαρτς και του Κρασούλη στα Αμπελάκια[60], του Τοπάλη στη Μακρυνίτσα, που στεγάζει το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Ιστορίας του Πηλίου. Στο Πήλιο είχε αναπτυχθεί και η ποιμενική ξυλογλυπτική με τις ξύλινες σκαλιστές ρόκες, για να γίνεται νήμα το μετάξι, που αποτελούσε βασικό προϊόν, ενώ ο αργαλειός ήταν από τις κύριες εργασίες της νοικοκυράς και αντικείμενο κατασκευής των τεχνιτών του ξύλου[61].
Σήμερα στη Θεσσαλία υπάρχουν άνθρωποι, που προσπαθούν να ενισχύσουν τη διατήρηση της παράδοσης στην ξυλογλυπτική. Παράδειγμα αποτελεί το πρότυπο μοναδικό εργαστήρι ξυλογλυπτικής στο νομό Λάρισας. Στεγάζεται στη Λέσχη Αγίου Νικολάου και εντάσσεται στις δράσεις του Πολιτιστικού Οργανισμού του Δήμου Λάρισας. Από το 2000 έχουν μαθητεύσει άτομα (από 12 ετών έως και άνω των 80), από το νομό και από άλλες θεσσαλικές πόλεις με δάσκαλο τον κ. Χρήστο Αντωνιάδη[62]. Από τη Δημοτική Επιχείρηση Μελετών Κατασκευών και Ανάπτυξης Βόλου (ΔΕΜΕΚΑΒ)[63], στο πλαίσιο της Κοινοτικής Οδηγίας URBAN, έχει δημιουργηθεί ένα σύνθετο επαγγελματικό και πολιτιστικό κέντρο, στο οποίο λειτουργούν εργαστήρια καλλιτεχνικής δημιουργίας, μεταξύ των οποίων και ξυλογλυπτικής. Σημαντικό είναι το γεγονός ότι στο Τμήμα Σχεδιασμού και Τεχνολογίας Ξύλου και Επίπλου (ΤΕΙ Λάρισας)[64], οι εκπαιδευόμενοι διδάσκονται την τέχνη της ξυλογλυπτικής ως θεωρητικό και πρακτικό μάθημα.
Η παράδοση της ξυλογλυπτικής δεν περιορίζεται στις περιοχές στις οποίες συνοπτικά αναφερθήκαμε, αλλά εξαπλώνεται και σε άλλες περιοχές του ελληνικού χώρου. Αξιόλογα είναι τα ξυλόγλυπτα των μοναστηριών και των εκκλησιών στα Επτάνησα και ιδιαίτερα στη Ζάκυνθο. Γνωστά ονόματα ξυλογλυπτών, που φιλοτέχνησαν από τον 18ο έως και το 20ό αι. είναι οι: Ιωάννης Γρόπας, Νικόλαος Βιδάλες, Παναγιώτης Σκλάβας, Σπυρίδων Ραφτόπουλος, Ιωάννης Καταιβάτης, Θεοδόσης Σαράντης, οι Κρητικοί Μπανιός Μαγκανάρης[65] και Ιωάννης Μοσακίτης και ο Κεφαλονίτης Επαμεινώνδας Κάναλης.
Στην Κεφαλονιά επίσης ντόπιοι και Κρητικοί ταγιαδόροι φιλοτέχνησαν τέμπλα, από τα οποία τα περισσότερα είναι επιχρυσωμένα. Εκεί μεταξύ άλλων εργάστηκαν οι Ιωάννης και Άγγελος Μοσχέτας, ο Ιάκωβος Παριανός, ο Ζακυνθινός Ιάκωβος Γουδέλης και ο πιο γνωστός Κεφαλονίτης Επαμ. Κάναλης. Στα έργα τους προσπάθησαν να εναρμονίσουν την παράδοση με το ιταλικό μπαρόκ.
Εκκλησίες/μοναστήρια, στις οποίες οι ταγιαδόροι κατάφεραν να εξυψώσουν την ξυλογλυπτική στο χώρο της ιστορίας της νεοελληνικής τέχνης είναι: το τέμπλο στο μοναστήρι Δήμοβας από το Μεσσήνιο ξυλογλύπτη Ανδρέα Κορωναίο. Το τέμπλο στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου Κορινθίας, τέμπλα σε εκκλησίες της Πρέβεζας (Αγίου Χαραλάμπους) από Τουρνοβίτες ξυλογλύπτες, τέμπλα και άλλα ξυλόγλυπτα εκκλησιαστικής χρήσης στη Μοσχόπολη, τα οποία χάθηκαν στα 1916, όταν η πολιτεία λεηλατήθηκε από Αλβανούς ληστές. Επίσης, στην Καταπολιανή της Πάρου, του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου στην Πάτμο, το τέμπλο του μοναστηριού Πανορμίτη στη Σύμη από τον Κώο ξυλογλύπτη Μαστροδιάκο Ταλιαδούρο, στον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο στην Κίμωλο, στον Άγιο Στέφανο στα Μετέωρα[66].
Ξεχωριστή τέχνη αποτελεί η λαϊκή ξυλογραφία, η οποία αναπτύχθηκε από τα μέσα του 19ου αι. έως τις αρχές του 20ού. Τα πρώτα δείγματα είναι οι βούλες, των αρχηγών και των επαναστατημένων κοινοτήτων της Ελλάδας (1821), με σχεδίασμα την Αθηνά ή σύμβολα της επανάστασης.
Οι ανώνυμοι λαϊκοί ξυλογράφοι σκάλιζαν πάνω σε ξύλο σκηνές από την επανάσταση, κλεφταρματωλούς και αγωνιστές του ΄21, λουλούδια και πουλιά, τα οποία στη συνέχεια τυπώθηκαν στο χαρτί και τα συναντάμε σε παλαιά βιβλία. Μετά την απελευθέρωση και ως το τέλος του 19ου αι. στις αντιγραφές σχεδίων από Ευρωπαίους καλλιτέχνες ή στις συνθέσεις με θέματα από την εθνική και κοινωνική ζωή, υπήρχε έντονο το παραδοσιακό στοιχείο. Τη φαντασία και το μεράκι της τέχνης των ανώνυμων λαϊκών ξυλογράφων μπορεί να τα δει κανείς σε έργα, τα οποία κοσμούν παλαιά περιοδικά, βιβλία, ημερολόγια, εφημερίδες. Ιδιαίτερη άνθηση είχε η ξυλογραφία στη Μοσχόπολη. Ο συνδυασμός της τυπογραφίας μαζί με την ξυλογλυπτική, η οποία ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη στην πόλη, δημιούργησαν τις σπάνιες και όμορφα διακοσμημένες εκδόσεις της Μοσχόπολης, κάνοντας την τυπογραφία καλλιτεχνία σε όλη την Ανατολή[67]. Η τέχνη της ξυλογραφίας συνεχίστηκε και από νεότερους καλλιτέχνες, ανάμεσα στους οποίους είναι οι χαράκτες Βάσω Κατράκη[68] και ο Αναστάσιος Τάσσος[69].
Δείγματα λαϊκής ξυλογλυπτικής είναι και οι σφραγίδες ή σφραγιστερά ή βλογερά, με τις οποίες διακοσμούν τα πρόσφορα για τις εκκλησίες. Σφραγίδες χρησιμοποιούσαν πριν και μετά την επανάσταση εκκλησιαστικοί και πολιτικοί φορείς αλλά και αγωνιστές του 1821. Πρόκειται για αξιόλογα έργα μικροτεχνίας, στα οποία τα εικονογραφικά στοιχεία υποδεικνύονταν στους ανώνυμους ξυλογλύπτες, οι οποίοι δεν παρέλειπαν να τα εκφράζουν με τη δική τους αισθητική.
Ξεχωριστή κατηγορία ξυλόγλυπτων αποτελούν τα έργα της φυλακής. Οι καλλιτέχνες αυτής της κατηγορίας σκαλίζουν έργα στο ξύλο για σωφρονιστικούς σκοπούς και με κίνητρο τη μεταπώληση. Φυλακές με παράδοση στα ξυλόγλυπτα είναι οι φυλακές της Αλικαρνασσού στην Κρήτη, του Ρίο, της Κέρκυρας και της Λευκάδας. Το είδος των ξυλόγλυπτων, που παράγουν εξαρτάται από τις προτιμήσεις των κατοίκων της περιοχής, αλλά και από την παράδοση που έχει δημιουργηθεί εδώ και χρόνια. Έτσι, στις φυλακές της Κέρκυρας βγαίνουν ρόκες, καλτσοβελόνες, ταμπακιέρες και στην Κρήτη διάφορα εξαρτήματα αργαλειού (σαίτες, καρούλια, τυλιγάδια, κ.ά.). Στο Ρίο σκαλίζουν προσωπικής χρήσης μικροαντικείμενα. Στα έργα των φυλακισμένων μπορεί να διακρίνει κανείς αυτά που προέρχονται από ανθρώπους, που για πρώτη φορά ασχολήθηκαν στο συγκεκριμένο χώρο με την τέχνη και σ΄αυτά που δημιουργήθηκαν από ανθρώπους, οι οποίοι, πριν τη φυλάκισή τους ήταν καλλιτέχνες. Συγκριτική μελέτη, που έγινε από το Νίκο Γρηγοράκη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα έργα των φυλακισμένων δεν έχουν τη ζεστασιά του έργου που δημιουργεί ο λαϊκός ξυλογλύπτης, ο οποίος σμιλεύει ελεύθερος στην ύπαιθρο, αλλά αποπνέουν την ψυχρότητα του ατελείωτου χρόνου της φυλάκισης[70].
Η καλαθοπλεκτική[71], επίσης, είναι ένας ιδιαίτερος κλάδος χειροτεχνικών κατασκευών, που μπορεί να ενταχθεί στον τομέα της ξυλογλυπτικής, γιατί εκτός από τα καλάμια, για την κατασκευή των καλαθιών, χρησιμοποιούνται και κλαδιά δέντρων ή θάμνων σε όμορφες γλυπτές συνθέσεις.
Η ελληνική λαϊκή τέχνη μεταλαμπαδεύτηκε από τους τεχνίτες, ταγιαδόρους στα Βαλκάνια, στην Ευρώπη και στη Ασία και έχει να δείξει ξυλόγλυπτα χειροτεχνήματα προηγούμενων αιώνων. Σήμερα, παρόλο που η τεχνολογική εξέλιξη έχει διαμορφώσει τον τρόπο ζωής, η παράδοση της ελληνικής ξυλογλυπτικής συνεχίζεται. Μέσα από οργανωμένα τοπικά εργαστήρια είτε από μεμονωμένους τεχνίτες, αναπλάθονται επιδέξια παλιά διακοσμητικά μοτίβα από την εκκλησιαστική παράδοση, την ιστορία, την κοινωνική ζωή και δημιουργούνται νέα. Μέσα από την παράδοση οι νέοι τεχνίτες μαθαίνουν τις σωρευμένες γνώσεις και τις αντιλήψεις των προγόνων. Μ΄ αυτόν τον τρόπο κατορθώνουν να παρουσιάσουν έργα πρωτότυπα, αλλά ταιριασμένα με την παράδοση και το ιδιαίτερο ελληνικό περιβάλλον. Με το μεράκι που διακρίνει την τέχνη τους εξασφαλίζουν την εθνική συνέχεια, και τις πολιτισμικές ασυνέχειες στο πεδίο της καθημερινής ζωής[72] και κουλτούρας.
Οι λαϊκοί ξυλογλύπτες δεμένοι με την παράδοση συνέθεσαν την ύλη με την ιδέα, ανυψώνοντας την ξυλογλυπτική στο χώρο της τέχνης. Ακόμα και στα καλλιτεχνικά στοιχεία που δανείστηκαν (μπαρόκ, ροκοκό), συνταίριαξαν το παλιό με το νέο, δημιουργώντας έργα του χεριού (εκκλησιαστικής, κοσμικής, ναυτικής τέχνης), γεμάτα αυθορμητισμό και εκφραστικότητα.
Η διατήρηση της ξυλογλυπτικής και ο περαιτέρω εμπλουτισμός της σήμερα, εκτός από τους χώρους των λαογραφικών μουσείων, συνεχίζεται με μεμονωμένους τεχνίτες σε διάφορες περιοχές. Εκτός αυτού, συχνά διδάσκεται ως θεωρητικό και πρακτικό μάθημα σε εργαστήρια, που οργανώνονται από πολιτιστικούς φορείς[73] ή και σε σχολές: Τμήμα Σχεδιασμού και Τεχνολογίας Ξύλου και Επίπλου (ΤΕΙ Λάρισας), Πειραματικά Εργαστήρια Υφαντικής Μεταλλοτεχνίας Ξυλογλυπτικής (ΕΟΜΜΕΧ ΑΕ)[74], Τμήμα Τεχνιτών Ξυλογλυπτικής-Διακοσμητικής Επίπλου (ΕΠΑΣ Καλαμπάκας)[75].
[1] Διαμαντοπούλου, Α. Δ. (2009), ό.π., 13.
[2] Μακρής, Κ. (1982), ό.π., 4. Νομικός, Θ.(1973). Από την παράδοση στη σύγχρονη ανάπτυξη της ξυλογλυπτικής. Ελληνική Λαϊκή Τέχνη: Εθνικός Οργανισμός Χειροτεχίας, 12, 149-152
[3]Κουτελάκης, Χ. (1996), ό.π., 43-44.
[4]Τagliatore στα ιταλικά σημαίνει κόπτης. Στο: Τσουκανάς, Α. Αλ.(χ.χ.). Νέον ιταλοελληνικόν λεξικόν. Αθήνα: Κακουλίδη, 719.
[5] Σταμέλος, Δ. (1993), ό.π.,28.
[6] Ζώρα, Π. (1994), ό.π., 18.
[7]Βλ. Σιούλης, Τρ. (14-11-2006). Ταξίδια και έργα Τουρνοβιτών ξυλογλυπτών: http://cultureportalweb.uoi.gr και Σιούλης, Τρ. (21-8-2007). Η ξυλογλυπτική του Μετσόβου: http://www.vlahoi.net
[8] Παπαγεωργίου, Γ. Π. (1988). Οι συντεχνίες στα Γιάννενα κατά τον 19ο αι. και τις αρχές του 20ου αι.(2η). Ιωάννινα: ΙΜΙΑΧ (διδακτορική διατριβή). Ξυλογλύπτες και μαραγκοί. (1979). Αρμολόι, 7, 22-23. Τάτσης, Δ. Γοργοπόταμος Κονίτσης, Το χωριό των περίφημων ξυλογλυπτών. Πολυμέρου-Καμηλάκη, Αικ., Σκούρτης, Κ. (2008). Ζωγραφική και ξυλογλυπτική στα Μαστοροχώρια της Κόνιτσας: Χιονάδες, Γορπργοπόταμος. Ιωάννινα: Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων- ΗΠΕΙΡΟΣ Α.Ε.
[9] Πλάτανος, Βασίλης. (1961). Η Μετσοβίτικη λαϊκή ξυλογλυπτική τέχνη. Ηώς, (έτος 4, 51 (10) και Σιούλης, Τ. (14-11-2006). Οι κομπανίες των ταλιαδόρων: cultureportawed.uoi.gr [πρόσβαση 5-9-2009]. Καλούσιος, Γ. Δ. (1993). Μετσοβίτες ξυλογλύπτες στο νομό Τρικάλων (18ος, 19ος και 20ός αι.ς). Πρακτικά Α΄ Συν. Μετσοβίτικων Σπουδών, 217-290. Καμαρούλιας, Δ. (1996). Τα Μοναστήρια της Ηπείρου. (τομ. Α΄ και Β).Αθήνα: Εκδόσεις Μπάτσας – Πλέσσας. Γκίκας, Π. Γ. (Απρίλιος 1979).Ο Ξυλογλύπτης Ευάγγελος Μόσχος. Μακεδονική Ζωή, 155.
[10] Σιούλης, Τ. (14-11-2006), ό.π. Φαλτάϊτς, Κ. (16-81928γ). Λοτόμοι, ταλιαδόροι, βαγενάδες: Οι πλανόδιοι τεχνίτες του ξύλου. Ελληνικά Γράμματα, 181-184.
[11]Δήμος Μαστοροχωρίων.Μαστοροχώρια. Ξυλογλυπική. Στο: mastorohoria.gr.
[12] Κορρέ-Ζωγράφου, Κ., ό.π. και Κουτελάκης, Χ. (1996), ό.π.,86.
[13] Σιούλης, Τ. (23-3-2007). Η ανάπτυξη του εμπορίου σε σχέση με τις επιδράσεις στην τέχνη τους: cultureportalweb.uoi.gr και Μακρής, Κ. (1982), ό.π., 11.
[14]Σταμέλος, Δ. (1993), ό.π., 28.
[15]Βλ. Σιούλης, Τρ. (14-11-2006). Οι Μετσοβίτες ξυλογλύπτες (ονόματα Μετσοβιτών ξυλογλυπτών): cultureportalweb.uoi.gr [πρόσβαση 20-12-2010] και Σιούλης, Τρ. (14-11-2006). Οι Τουρνοβίτες ξυλογλύπτες (ονόματα Τουρνοβιτών ξυλογλυπτών): cultureportalweb.uoi.gr.
[16] Βλ. Ξυλογλυπτική: zagoroxoria.gr.
[17] Βαρβούνης, Μ.Γ. (1995-96). Τα ξυλόγλυπτα τέμπλα της Σάμου. Σαμιακές μελέτες, 2. Βαρβούνης, Μ. Γ. (2001). Σαμιακά λαογραφικά και εκκλησιαστικά σύμμικτα. Αθήνα: Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση ν. Σάμου. 1ο γυμνάσιο Καλαμαριάς. Οι μεταβυζαντινές εκκλησίες της Θεσσαλονίκης. Η θρησκευτική αρχιτεκτονική και τέχνη (πρόγραμμα ΕΠΕΑΕΚ): 1gym-kalam.thess.sch.gr. Φιλιππίδης, Δ. (επιμ., 1998). Ελληνική παραδοσιακή αρχιτεκτονική: Μακεδονία Α΄. Αθήνα: Μέλισσα. Ηλιάδου-Μανιάκη, Τ. (2003). Γλύπτες και ξυλογλύπτες της Πάτρας. Πάτρα: Περί Τεχνών. Διαμαντοπούλου, Δ.Α. (2009), ό.π.,18-19 και Διαμαντοπούλου, Δ.Α. (2003). Το αρχοντικό του Γεωργίου Σβαρτς. Αθήνα: Αστήρ. Φιλιππίδης, Δ. (επιμ., 1998). Ελληνική παραδοσιακή αρχιτεκτονική: Θεσσαλία, Ήπειρος. Αθήνα: Μέλισσα. Ξυλογλυπτική στους νεότερους χρόνους. Στο: Ελληνική Μακεδονία. Ιστορία και Πολιτισμός από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα: imma.edu.gr και Εκκλησιαστική ξυλογλυπτική (1430-1913) στο: Ελληνική Μακεδονία. Ιστορία και Πολιτισμός από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα: imma.edu.gr
[18] Γαρταγάνης, Ρ. (1957). Μεγάλες νεοελληνικές μορφές. Γιαννούλης Χαλεπάς. Αθήνα: Κεραμεύς.
[19] Για τη ξυλογυπτική στη Σκύρο βλ. Φαλτάιτς, Μ. Η Σκυριανή ξυλοτεχνία. Αρχείο Μουσείο Μάνου Φαλτάιτς: inskyros.grnews Φαλτάιτς, Μ. Σκυριανή μικροξυλογλυπτική. Αρχείο Μουσείου Φαλτάιτς: inskyros.gr. Λαϊκή τέχνη. Οι ξυλογλύπτες της Σκύρου (31-5-2010) και Λουράντου, Α. Αφιέρωμα στη Σκύρο και τη Σκυριανή Λαογραφία: eimastegynaikes.gr. Σταμέλος, Δ. (1993), ό.π., 53.
[20] Για ονόματα παλαιότερων και σύγχρονων καλλιτεχνών του ξύλου στη Σκύρο, βλ. Φαλτάιτς, Μ. Η Σκυριανή ξυλοτεχνία. skyroson.gr .
[21]ManosFaltaitsMuseum: faltaits.gr και Μουσείο Μάνος Φαλτάιτς: inskyros.gr
[22] Λαϊκή τέχνη. Οι ξυλογλύπτες στη Σκύρο (31-5-2010). Το Βήμα.
[23] Για την ξυλογλυπτική στη Λέσβο βλ. Επιμελητήριο Λέσβου: Ξυλογλυπτική νομού Λέσβου: lesvos-chamber.gr. Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Παραδοσιακά επαγγέλματα της Λέσβου. Ξυλογλύπτες: www3.aegean.gr και Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Ψηφιακή Χάρτα παραδοσιακών επαγγελμάτων Βορείου Αιγαίου (19ος-20ός αι.): http://ct-srv2.aegean.gr .
[24] Σταμέλος, Δ. (1993), ό.π., 31.
[25] Σταμέλος, Δ. (1993). Νεοελληνική λαϊκή τέχνη. Πηγές, προσανατολισμοί και κατακτήσεις από τον ΙΣΤ΄ αι. ως την εποχή μας. Αθήνα: Gutenberg, 28.
[26] Φαρσάρης, Εμ. Η ξυλογλυφία στην Κρήτη. (Μάρτιος 2005) Τέταρτο Μάτι (εφημ. 4ου Εσπερινού Λυκείου Ηρακλείου): www.4mati.gr.
[27]Palad’ altare: τράπεζα θυσιαστηρίου. Στο: Τσουκανάς, Α. Αλ.(χ.χ.). Νέον Ιταλοελληνικόν Λεξικόν. Αθήνα: Κακουλίδη, 719.
[28] Καζανάκη, Μ. (1974). Εκκλησιαστική Ξυλογλυπτική στο Χάνδακα το 17ο αι.. Βενετία: Θησαυρίσματα, 250-283.
[29] Σησαμάκης, Ν. (2001). Εννοιολογική σχεδίαση πληροφοριακού συστήματος υποστήριξης εργασιών συντήρησης ξυλόγλυπτων τέμπλων του ελλαδικού χώρου. Κρήτη: Πανεπιστήμιο Κρήτης (μεταπτυχιακή εργασία).
[30] Φαρσάρης Εμ. Ι.(2001). Οι ξυλογλύπτες (νιταδώροι) Μέσα Λασιθίου Οροπεδίου Λασιθίου. Ιεράπετρα Φαρσάρης Εμ. Ι.(2003). Μέσα Λασίθι, ένα ιστορικό χωριό του Οροπεδίου Λασιθίου . Ιεράπετρα. Παπαγεωργίου, Κ. (χ.χ.) Τα περίτεχνα τέμπλα του Οροπεδίου: candia.wordpress.com και Δήμος Οροπεδίου Λασιθίου: agrolasithi.grculture/art.
[31] Οικολογικό Παραδοσιακό Πάρκο «Λάσινθος»: lasinthos.gr.
[32]Σπουδαστές ξυλογλυπτικής στο εργαστήρι του καλλιτέχνη Γιώργου Ψαραδέλη. Πατρίς: patris.gr.
[33] Πρώτο βραβείο για τη «Μετάλλαξη»... της Μαριάννας. Η Μ. Καστρινάκη διακρίθηκε στην 31η Διεθνή Γιορτή Ποιητών 2011. (14-5-2011). Πατρίς: patris.gr
[34] Πολιτισμός και άλλες πολιτιστικές ειδήσεις(8-04-2011). Χανιώτικα Νέα: www.haniotika-nea.gr.
[35] Κουτάντος ή Τσακαλογιώργης, Γ. Εργαστήριο και εκθετήριο ξυλογλυπτικής: woodenmuseum.gr.
[36] Βλ. Κρήτη-Ιστορία-Πολιτισμός: cretan-history.gr. Κρήτη-παράδοση: www.hri.org. Δήμος Ηρακλείου. Μια πόλη μια ιστορία: http://grypas.heraklion.grheraklion-site.
[37] Υπηρεσία Κυπριακής χειροτεχνίας: mcit.gov.cy. Η Τέχνη της Κύπρου μέσα από τους Αιώνες. (15-10-2010): ikypros.com/easyconsole.cfm.
[38]Παπαγιαννόπουλος. Α. (χ.χ.). Μνημεία της Θεσσαλονίκης. Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης: Ρέκος. 1ο γυμνάσιο Καλαμαριάς. Φροντιστήριο Τραπεζούντος (χ.χ.). Οι μεταβυζαντινές εκκλησίες της Θεσσαλονίκης. Η θρησκευτική αρχιτεκτονική και τέχνη (Πρόγραμμα ΕΠΕΑΕΚ): http://1gym-kalam.thess.sch.gr
[39] Ελληνική Μακεδονία. Ιστορία και Πολιτισμός από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Τέχνη στο Βυζάντιο: imma.edu.gr και Ελληνική Μακεδονία. Ιστορία και Πολιτισμός από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Βυζαντινή Μακεδονία: imma.edu.gr.
[40] Στο ναό του Αγίου Αθανασίου, ο οποίος βρίσκεται στη διασταύρωση τω οδών Εγνατία και Σωκράτους στη Θεσσαλονίκη υπήρχε το παλαιό ζωγραφιστό τέμπλο, που συνδυάζει την ανατολική και δυτική καλαισθησία. Σήμερα βρίσκεται στο Βυζαντινό Μουσείο για λόγους συντήρησης. Σώζονται επίσης ο Άμβωνας, ο Δεσποτικός Θρόνος και προσκυνητάρι, που υπήρχαν στο ναό τα οποία συντηρούνται από το τμήμα των νεότερων μνημείων.
[41] Ελληνική Μακεδονία. Ιστορία και Πολιτισμός από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Ξυλογλυπτική στους Νεότερους χρόνους: imma.edu.gr.
[42] Σταμέλος, Δ. (1993), ό.π. , 34, 48.
[43] Τσιλιπάκου, Α. Αρχαιολογικός χώρος Βυζαντινά και Μεταβυζαντινά Μνημεία Βελβεντού Κοζάνης. 17η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.
[44] Αλεξίου, Γεώργιος Τ. (χ.χ.). Χρονολογημένα ξυλόγλυπτα τέμπλα ναών της Καστοριάς. α) Άγιος Νικόλαος Δραγωτά (1668). β) Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος (1701). (μεταπτυχιακή εργασία). Θεολογική Σχολή Α.Π.Θ
[45] Το Βόιον. Κατάκαλη Γρεβενών: Θρησκευτικά μνημεία: tovoion.com/products. Βλ. επίσης και τα έργα: Αλεξίου, Γ. (1995). Το ξυλόγλυπτο τέμπλο του Ι. Ν. Παναγίας και Αγίου Μηνά Καστοριάς. Καστοριανή Βιβλιοθήκη. Σειρά: Βυζαντινά και Μεταβυζαντινά Μνημεία: Εκδόσεις Καστοριανή Εστία. Βίττης, Σ. Φ. (Αύγουστος 1977). Το ξυλόγλυπτο τέμπλο του Αγ.Νικολάου Βλάστης. Μακεδονική Ζωή, 136, 40-41.
[46] Κορρέ-Ζωγράφου, Κ. (11-6-1995), ό.π. Κουτελάκης, Χ. (1996), ό.π., 86.
[47] Χατζιδάκης, Μ. (1987). Έλληνες ζωγράφοι μετά την Άλωση (1450-1830). Αθήνα: Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, 72-75.
[48] Ο ιερομόναχος Αγαθάγγελος Τριαντάφυλλος καταγόταν από τη Νιγρίτα Σερρών. Το 1865 δίδαξε την ξυλογλυπτική στο Σχολείο Τεχνών, που δημιουργήθηκε μετά την απελευθέρωση. Το έργο του βραβεύτηκε με μετάλλιο (1851) στη διεθνή έκθεση του Λονδίνου με χρυσό. Ανάμεσα στα έργα του με τα οποία συμμετείχε στη διεθνή έκθεση του Λονδίνου ήταν τα ξυλόγλυπτα με τίτλο Ευαγγελισμός και ο Σταυρός της Ευλογίας. Το 1855 πήρε μέρος με έργα μικροξυλογλυπτικής στη διεθνή έκθεση του Παρισιού: Γρηγοράκης, Ν. (2010), ό.π., 419, 426 και 425-426.
[49] Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου: Η προσφορά του Αγίου Όρους: impantokratoros.gr.
[50] Φιλοτελικές Συλλογές Αγίου Όρους. Ελληνικά ταχυδρομεία: agionorostamps.gr.
[51] Ένα από τα δύο αναλόγια που σώζονται στη Μονή και θεωρούνται δωρεές του τελευταίου βυζαντινού διοικητή της Θεσσαλονίκης, δεσπότη Ανδρονίκου Παλαιολόγου, ανήκει στα σημαντικότερα από τα ελάχιστα ξυλόγλυπτα έργα της βυζαντινής εποχής που σώζονται στις μέρες μας: Ιερά Μέγιστη Μονή Βατοπαιδίου. (9-5-2011). Εισαγωγή στην Ξυλογλυπτική Τέχνη της Μονής: pemptousia.com.
[52]Γνωστά αρχοντικά, που σώζονται στη Μακεδονία είναι: του Γεώργιου Λασσάνη (β΄ μισό 18ου αι.), του Γρηγορίου Βούρκα (1748) και του Βούρκα-Κατσικά (1762), στην Κοζάνη. Του Χατζηγιάννη (Νερατζόπουλου-1754), του Αλεξίου (1759), του Αργυριάδη (1759), του Μανούση (1762-63) στη Σιάτιστα, του Τζώνου και του Γκερεχτέ στη Γεράνεια, του Σιορ Μανωλάκη (1770), του Σαράφογλου στη Βέροια. Στην Καστοριά: Αρχοντικό Σκούταρη (1770), Μπασάρα, Τζιάτα (1882), Τζώτζα, Βεργού, Αδελφών Εμμανουήλ (1770), Νεραντζή Αϊβάζη (τέλη 18ου αι.), η Βίλα Καπαντζή στη Θεσσαλονίκη: Ελληνική Μακεδονία. Ιστορία και Πολιτισμός από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Σωζόμενα αρχοντικά της Κοζάνης: imma.edu.gr. Μουτσόπουλος, Κ. Ν. (1993), ό.π., 58-60. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας: miet.grweb/gr/miet/thess.asp.
[53] Μουτσόπουλος, Κ. Ν. (1993), ό.π., 58-60. Ελληνική Μακεδονία. Ιστορία και Πολιτισμός από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Εκκλησιαστική ξυλογλυπτική (1430-1913): imma.edu.gr .
[54] Ζατέλη, Ζ. (2006). Οι μαγικές βέργες του αδερφού μου. Ξυλογλυπτική του Χρήστου Καρακόλη και ένα κείμενο του Χρήστου Μπουλώτη Αθήνα: Καστανιώτη-Μουσείο Μπενάκη. Εργαστήριο ξυλογλυπτικής Δημήτρη Καραγιάννη (25-9-2010): ntobas.blogspot.com. Τσολακίδης, Α. (1998). Η τεχνική της ξυλογλυπτικής. Θεσσαλονίκη: Λιθογραφία-Ι. Αντωνιάδης-Θ. Ψαρράς Ο.Ε.
[55] Μακρής, Κ. (1958). Η Ξυλογλυπτική του Πηλίου. Βόλος: Κίτσου Α. Μακρή. Μακρής Κ. Α. (1976). Η λαϊκή τέχνη του Πηλίου.Αθήνα: Μέλισσα.
[56] Μακρής, Κ. (1955β΄). Ένα μεταβυζαντινό τέμπλο στο Πήλιο. Πεπραγμένα του Θ΄Διεθνούς Βυζαντινολογικού Συνεδρίου (τόμ. Α΄). Θεσσαλονίκη, 260-263, (262) και Μακρής, Κ. (1960). Μικρά μελετήματα. Βόλος.
[57] Ψηφιακό Μουσείο και Μουσείο Μινιατούρας Δήμου Μουρεσίου. Εκκλησιαστική ξυλογλυπτική. Στο: fts.grmouresi_museum.
[58] Σταμέλος, Δ. (1993), ό.π., 49.
[59]Διαμαντοπούλου, Δ. Α. (2009), ό.π., 15-16. Για περισσότερα τέμπλα στο Πήλιο βλ. Ευγενικός, Π. (2007). Ξυλόγλυπτα τέμπλα του 17ου αι. από την περιοχή του Πηλίου. ΑΠΘ-Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας (μεταπτυχιακή εργασία).
[60] Διαμαντοπούλου, Δ. Α. (2009), ό.π., 15-26. Βλ. και τα έργα: Ορλανδός, Α. (1938β΄). Τα παλιά αρχοντόσπιτα της Καστοριάς. ΑΒΜΕ, Δ΄, 1996-210 (200-203). Μουτσόπουλος, Ν. Κ. (1966 β΄). Τα Θεσσαλικά Αμπελάκια. Εισαγωγή στην ιστορία, την Κοινοπραξία και τα αρχοντικά της Κωμοπόλεως. Ηώς, 92/97 (Αφιέρωμα στη Θεσσαλία), 113-199 (182-195).
[61] Κατερίνα Κατσώρη, Κ. Πήλιο. Αρχοντικό Ιατρίδη στο: arxontikoiatridi.grpilio.htm
[62] Κισσάβου, Λ. (2-11-2009). Πηγή ξυλογλυπτικής η Λάρισα. Ελευθερία: eleftheria.gr
[63] ΔΕΜΕΚΑΒ: demekav.grmetaxourgio
[64] Το Τμήμα σχεδιασμού & τεχνολογίας ξύλου & επίπλου είναι το μοναδικό στα ΑΕΙ της χώρας με αυτό το γνωστικό αντικείμενο σε προπτυχιακό επίπεδο. Πρόκειται για ειδικότητα, η οποία δεν υπήρχε μέχρι την ίδρυσή του (1999). Σύμφωνα με στοιχεία έρευνας του Τμήματος (2008) σε ποσοστό αρκετά υψηλό εξασφαλίζει την επαγγελματική αποκατάσταση και εύρεση εργασίας από τους πτυχιούχους πριν τη λήψη του πτυχίου. Η σύνδεση θεωρίας και πράξης, που παρέχει κατοχυρώνει τα επαγγελματικά δικαιώματα των νέων Σχεδιαστών και Τεχνολόγων ξύλου και επίπλου, τους δραστηριοποιεί σε επίπεδο δημιουργίας και τους δίνει τη δυνατότητα επαγγελματικής προοπτικής στις επιχειρήσεις των κλάδων ξύλου και επίπλου: βλ. Τμήμα Σχεδιασμού και Τεχνολογίας Ξύλου και Επίπλου- ΤΕΙ Λάρισας-Παράρτημα Καρδίτσας: wfdt.teilar.gr και Ξυλογλυπτική-Η ζεστασιά του ξύλου-Η μυρωδιά της Παράδοσης. (2006). Άωτον, 14, 28-35.
[65] Ο Μαγκανάρης φιλοτέχνησε το περίφημο τέμπλο της Παναγίας Φανερωμένης, ενώ το τέμπλο, ρυθμού μπαρόκ στον ιερό ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Κερί ο Ιωάνης Γρόπας και ο Νικόλαος Λογοθέτης.
[66] Σταμέλος, Δ. (1993), ό.π., 46, 48-51.
[67] Σταμέλος, Δ. (1993), ό.π., 63-65.
[68] Η Βάσω Κατράκη, χαράκτρια, γεννήθηκε στο Αιτωλικό του Μεσολογγίου. Ξεκινώντας από την ξυλογραφία, το 1955 πέρασε στη χάραξη πάνω σε λίθο, μια τεχνική πρωτότυπη, στην οποία αναγνωρίζεται η καλλιτεχνική δεξιοτεχνία της χαράκτριας. Στο Δήμο Αιτωλικού υπάρχει προς τιμή της το Κέντρο Χαρακτικών Τεχνών – Μουσείο Βάσως Κατράκη, το οποίο είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου.
[69] Για τον Τάσσο βλ. Αρχείο Δημοτικής Πινακοθήκης Λάρισας-Μουσείο Γ.Ι.Κάτσιγρα και Α. Τάσσος Ο παλμός της ζωής στα ασπρόμαυρα αυλάκια. (Ιανουάριος-Φεβρουάριος, 2005). Άωτον, 6, 27-35.
[70] Γρηγοράκης, Ν. (2010), ό.π., 439-440. Για έργα της φυλακής βλ. και Μανταλόβας, Π. (2000). Η σταυρωμένη αντίσταση-Χειροτεχνήματα της φυλακής 1946-1963. Αθήνα: Ριζοσπάστης.
[71] Σταθάκη-Κουμάρη, Ρ. (1985). Η καλαθοπλεκτική στην Ελλάδα. Αθήνα: ΕΟΜΜΕΧ. Λεοντίδης, Τ. (1986). Τα κρητικά καλάθια. Μορφολογική-κατασκευαστική μελέτη. Ηράκλειο: Μουσείο Κρητικής Εθνολογίας.
[72]Βλ. Sztompka, P. (2008). The Focus on Everyday Life: a New Turn in Sociology.European Review, Vol. 16, No. 1, 23–37. Thwaites, T., Davis, L. & Mules, W. (1994). Tools for cultural studies: an introduction. London: Macmillan Education. Habermas, J. (1984). The theory of communicative action. Vol2, Boston: Beacon Press. Daskalaki, N. Kyridis, A., Vamvakidou, I., Fotopoulos, N. Christos Zagkos, Ch. (5-7/11/2010). The bourgeois and the farmer as social partition of everyday routine: small children paint the life in the village and in the city. Διεθνές Συνέδριο ΕΣΕ: Το καθημερινό Le quotidian the everyday. Κύπρος.
[73] Όπως π.χ. το Εργαστήριο ξυλογλυπτικής του Ιδρύματος Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης, το τμήμα ξυλογλυπτικής των ΝΕΛΕ Έβρου, το εργαστήριο ξυλογλυπτικής της Κοινωφελούς Δημοτικής Επιχείρησης Πολιτιστικής Ανάπτυξης Ορεστιάδας, κ.ά.
[74]Πειραματικά εργαστήρια υφαντικής μεταλλοτεχνίας ξυλογλυπτικής. Ελληνικός Οργανισμός Μικρών-Μεσαίων Επιχειρήσεων και Χειροτεχνίας ΑΕ (ΕΟΜΜΕΧ ΑΕ): http://www.eommex.gr.
[75]ΟΓΕΕΚΑ «ΔΗΜΗΤΡΑ»-ΕΠΑΣ Καλαμπάκας : ogeeka-dimitra.org.gr.
Comments (0)
You don't have permission to comment on this page.